Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ'όνειρο μου




Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.

Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι Βασίλης Παπακωσταντίνου

Άλλα τα βράδια


Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ το δέντρο που βρέχεται?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες?
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου Τάσος Λειβαδίτης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Ανάγνωση : Γ. Μιχαλακόπουλος

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

ΛΗΘΗ


Άπειρες κλωστές στον αργαλειό,
αμέτρητες ωδές ανθρώπου.
Το φως το τύφλωσαν,
μα τους θάμπωνε πάντοτε τα μάτια.

Πρωτόπλαστο αίνιγμα
με ερωτηματικά στο πέρας.
Ας το θάψουμε, λοιπόν,
αυτό το εγώ.
Ας το ερευνήσουμε αύριο,
αυτό το εγώ, χωρίς αγάπη.

Συνέχεια ατέλειωτης κάμαρας
με τοίχους και τοιχάκια.
Ασυνέχεια δέρματος, δίαυλος εισόδου
παράσιτων-ιών-ανθρώπων.

Εμπόδια παντού, στο σκίρτημα, 
στο μέσα, στο ανάθεμα. 
Στο πέρα-δώθε ανάμεσα, 
στο πριν και το μετά σας.

Για πόσες ανάσες ζωής ακόμη ζουν;
Για πόσους χτύπους και μελτέμια;
Και ποια τα όρια της κάμαρας, για ποιο εγώ;

Με δοξασίες ανάσαιναν και με σκιές στο έρεβος,
καθώς το λίγο φως γλιστρούσε στο κατώγι.
Τα δήθεν βίωναν κι αναβίωναν το δήθεν του καθένα.
Πρωταρχικό και τίποτα εγώ
εκείνο
το θαμμένο.

Νόπη Χατζηιγνατιάδου
Από τη συλλογή «Αναζητώντας το Άλφα» (2009)

Σ'ΑΓΓΙΖΩ


Σ αγγίζω 
και τα σκοτάδια καίγονται 
στο μίσχο του δειλινού 
κλεμμένα χρώματα απλώνονται 
στους βυθούς των δακρύων 
και στο καμβά αχνίζει 
το χαμόγελο της αιώνιας στιγμής. 

Σ αγγίζω 
και στο χείλος του ποτηριού 
το αποτύπωμα του έρωτα αφρίζει 
τα ποτάμια γυρνάνε 
στις γραμμές των βουνών 
και χαράζουν στο ανεκπλήρωτο 
τα πέταλα του κορμιού 
όταν ξαπλωμένο αναπνέει 
τις ανάσες της περασμένης νύχτας. 

Σ αγγίζω 
κι οι ώρες χάνονται 
στο ταξίδι των πουλιών 
πέρα από τα σύνορα των αναστεναγμών 
και πιο κει από τον ιδρώτα του μεσημεριού 
όταν ο άντρας κι η γυναίκα σμίγουν 
στη κατακόρυφο του ήλιου 
γυμνά ψήγματα ζωής.

Ο θάνατος του Αδώνιδος



Άδωνι,
της άνοιξης αιώνιο σύμβολο,
εσύ, που με την ομορφιά σου
την Αφροδίτη τρέλανες
μα και την Περσεφόνη,
τη λυγερή κόρη της Δήμητρας.

Άδωνι,
σύμβολο αθάνατο της άνθησης,
εσύ, που με τα βέλη του έρωτα 
θνητούς κι αθάνατους ελάβωνες,
πέθανες, από έναν αγριόχοιρο
άγρια λαβωμένος.

Να ήταν άραγε ένα τυχαίο ζώο
που βγήκες και κυνήγησες;
Ή μήπως ήταν ο Άρης,
που έχασε για χάρη σου
την όμορφη Αφροδίτη;
Ή μήπως ο Απόλλωνας,
που τον Ερύμανθο τον γιο του
τον τύφλωσε η καλή σου;
Όποιος και να ’ταν ο φονιάς,
ποια σημασία έχει πια;

Μαζί σου εχάθη η άνοιξη
και το χαμόγελο έσβησε 
στα χείλη της Κυθέρειας.

Να σε προλάβει έτρεξε,
λίγο πριν ξεψυχήσεις,
δίχως να βάλει πέδιλα
στα απαλά της πόδια.
Τα πλήγωσαν τα πόδια της
τ’ αγκάθια από τα ρόδα.
Τα ρόδα τα ολόλευκα
βαφτήκανε με αίμα
κι έγιναν κατακόκκινα,
ίδια με παπαρούνες.

Τον πόνο δεν λογάριασε
η δύσμοιρη η Κύπρις.
Συνέχισε το τρέξιμο
με πόδια ματωμένα,
να σε προλάβει ζωντανό,
να σε γλυκοφιλήσει.
Μα εσύ ’χες ξεψυχήσει.

Το σώμα σου το άψυχο 
το γέμισε με δάκρυα 
που γίναν’ ανεμώνες.


Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου 
Από την ανέκδοτη συλλογή «Μυθολογία, Μούσα μου»

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Σε ένα νησί


Τοίχοι επίπεδοι, μα τόσο σαθροί.
Πόρτες σθεναρά κλεισμένες,
σφραγισμένες με λουκέτα ατσάλινα.

Σφηνωμένα καρφιά οι σκέψεις
με οδηγούν στο άπειρο,
χωρίς ελπίδας αυταπάτες.
Γέρνουν, κινούνται, στρέφονται
απειλητικά θωρούν και αιώνια.
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
οι τοίχοι οι επίπεδοι, μα τόσο σαθροί.

***

Κεριά αναμμένα , μα τόσο ισχνά
συνθλίβουν ψυχές ματωμένες,
σφραγισμένες με λουκέτα ατσάλινα.

Καρφωμένα  βέλη οι θρήνοι,
γεννούν  σταγόνες φωτιάς
και οι σκιές κατακλύζουν τα μάτια
Κενά παραμένουν τα όνειρα
Φρικαλέα δείγματα χάους
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
τα κεριά τα αναμμένα , μα τόσο ισχνά.

***

Καπνοί αρειμάνιοι ,  μα τόσο θολοί
με ρίμα  φωνές σε λήθαργο,
σφραγισμένες με λουκέτα ατσάλινα.
                   
Έρημοι μένουν οι ώμοι, γερμένοι
Στόματα πίκρες, δίχως συγνώμες
Σημάδια απούσας κραυγής
Θέλουν να σμίξουν με χείλη ξένα
Μα γέλια σαρδόνια σφάλουν,
 Θέλουν να μ’ αφανίσουν
Οι καπνοί οι αρειμάνιοι ,  μα τόσο θολοί

***

Γυναίκα αιώνια, μα τόσο ζοφερή,
ερέβους σκιά κι απείκασμα,
σφραγισμένη με λουκέτα ατσάλινα.

Φυλακισμένη
σε τοίχους επίπεδους, μα τόσο σαθρούς
Σκιασμένη
από κεριά αναμμένα , μα τόσο ισχνά
Θαμμένη
με καπνούς αρειμάνιους ,  μα τόσο θολούς
Η γυναίκα η αιώνια, μα τόσο ζοφερή

***

Θέλουν να μ’ αφανίσουν
οι τοίχοι οι επίπεδοι, μα τόσο σαθροί.
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
τα κεριά τα αναμμένα , μα τόσο ισχνά.
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
Οι καπνοί οι αρειμάνιοι ,  μα τόσο θολοί

Μοναδικός δραπέτης το όνειρο…
Εκεί… να  περπατώ κι ένα χέρι να πιαστώ…
Εκεί… να  περπατώ και  μια ψυχή να τυλιχτώ…
Εκεί… εκεί…

…σε ένα νησί.

Δημιουργός: MIPS



               












Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Μπορώ με μια αγκαλιά




















Μπορώ με μια αγκαλιά να σε κάνω

να νιώθεις το χαμόγελό σου;
Να σε κάνω να πετάς πάνω από τα κύματα;
Μπορώ μ' ένα χάδι να πάρω την μοναξιά σου
στα χέρια μου και να την λατρέψω;
Με μια λέξη να διώξω τα σκοτάδια σου;
Μπορώ μ' ένα τραγούδι να σε ταξιδέψω;
Να πιω τα δάκρυά σου, μέχρι να στερέψουν;
Μπορώ με μια σκέψη
να ξεριζώσω όλα τα αγκάθια από το μυαλό σου
και να κάνω να φυτρώσουν όμορφα λουλούδια;
Με μια ματιά μου να βγαίνει το ουράνιο τόξο;
Μπορώ με λίγη τρυφερότητα να διώξω την κούρασή σου;
Με μια ανάσα να γεμίσω το κενό σου με την αγάπη μου;
Μπορώ μ' ένα φιλί να σου πάρω τον πόνο;
Να είμαι κοντά σου;
Δημιουργός : MIPS