Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Λειβαδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Άλλα τα βράδια


Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ το δέντρο που βρέχεται?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες?
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου Τάσος Λειβαδίτης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Ανάγνωση : Γ. Μιχαλακόπουλος

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Γυμνά χέρια , Τάσος Λειβαδίτης



Κανείς δε θα μάθει ποτέ
με πόσες αγρυπνίες συντήρησα τη ζωή μου,
γιατί έπρεπε να προσέχω,
κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη,
που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη,
φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος,
τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν,
προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος
να βλέπω κρυμμένο το μυστικό
που φθείρουμε ζώντας,
και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια
……και συχνά αναρωτιόμουν,
πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι,
καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους
για να το εξακριβώσω,
μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι,
που πονούσαν με γυμνά χέρια,
άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι
που δεν ξανάφευγαν,
κι ας μην τους έβλεπα,
έβλεπα, όμως, τους αμαξάδες τους
που γερνούσαν και πέθαιναν έξω στο δρόμο,
……ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά,
κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια,
και να μην ήταν άρπα,
αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη
που συνοδεύει τους θνητούς.