Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Το μονόγραμμα




III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μεσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ'αγαπώ και σ'αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτα άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

IV

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ' ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Πού μ' αφήνεις, πού πας και ποιός, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μια μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει, μ'ακούς
Στα νερά ένα-ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς

Ή κανείς ή κι οι δυό μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό τής καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε, μ' ακούς
Και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, οίδιος, μ'ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Mές στη μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Μέ σπηλιές καί με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει - ακούς;
Ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει - ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

Οδυσσέας Ελύτης

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ'όνειρο μου




Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.

Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι Βασίλης Παπακωσταντίνου

Άλλα τα βράδια


Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ το δέντρο που βρέχεται?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες?
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών?

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

Ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου Τάσος Λειβαδίτης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Ανάγνωση : Γ. Μιχαλακόπουλος

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

ΛΗΘΗ


Άπειρες κλωστές στον αργαλειό,
αμέτρητες ωδές ανθρώπου.
Το φως το τύφλωσαν,
μα τους θάμπωνε πάντοτε τα μάτια.

Πρωτόπλαστο αίνιγμα
με ερωτηματικά στο πέρας.
Ας το θάψουμε, λοιπόν,
αυτό το εγώ.
Ας το ερευνήσουμε αύριο,
αυτό το εγώ, χωρίς αγάπη.

Συνέχεια ατέλειωτης κάμαρας
με τοίχους και τοιχάκια.
Ασυνέχεια δέρματος, δίαυλος εισόδου
παράσιτων-ιών-ανθρώπων.

Εμπόδια παντού, στο σκίρτημα, 
στο μέσα, στο ανάθεμα. 
Στο πέρα-δώθε ανάμεσα, 
στο πριν και το μετά σας.

Για πόσες ανάσες ζωής ακόμη ζουν;
Για πόσους χτύπους και μελτέμια;
Και ποια τα όρια της κάμαρας, για ποιο εγώ;

Με δοξασίες ανάσαιναν και με σκιές στο έρεβος,
καθώς το λίγο φως γλιστρούσε στο κατώγι.
Τα δήθεν βίωναν κι αναβίωναν το δήθεν του καθένα.
Πρωταρχικό και τίποτα εγώ
εκείνο
το θαμμένο.

Νόπη Χατζηιγνατιάδου
Από τη συλλογή «Αναζητώντας το Άλφα» (2009)

Σ'ΑΓΓΙΖΩ


Σ αγγίζω 
και τα σκοτάδια καίγονται 
στο μίσχο του δειλινού 
κλεμμένα χρώματα απλώνονται 
στους βυθούς των δακρύων 
και στο καμβά αχνίζει 
το χαμόγελο της αιώνιας στιγμής. 

Σ αγγίζω 
και στο χείλος του ποτηριού 
το αποτύπωμα του έρωτα αφρίζει 
τα ποτάμια γυρνάνε 
στις γραμμές των βουνών 
και χαράζουν στο ανεκπλήρωτο 
τα πέταλα του κορμιού 
όταν ξαπλωμένο αναπνέει 
τις ανάσες της περασμένης νύχτας. 

Σ αγγίζω 
κι οι ώρες χάνονται 
στο ταξίδι των πουλιών 
πέρα από τα σύνορα των αναστεναγμών 
και πιο κει από τον ιδρώτα του μεσημεριού 
όταν ο άντρας κι η γυναίκα σμίγουν 
στη κατακόρυφο του ήλιου 
γυμνά ψήγματα ζωής.

Ο θάνατος του Αδώνιδος



Άδωνι,
της άνοιξης αιώνιο σύμβολο,
εσύ, που με την ομορφιά σου
την Αφροδίτη τρέλανες
μα και την Περσεφόνη,
τη λυγερή κόρη της Δήμητρας.

Άδωνι,
σύμβολο αθάνατο της άνθησης,
εσύ, που με τα βέλη του έρωτα 
θνητούς κι αθάνατους ελάβωνες,
πέθανες, από έναν αγριόχοιρο
άγρια λαβωμένος.

Να ήταν άραγε ένα τυχαίο ζώο
που βγήκες και κυνήγησες;
Ή μήπως ήταν ο Άρης,
που έχασε για χάρη σου
την όμορφη Αφροδίτη;
Ή μήπως ο Απόλλωνας,
που τον Ερύμανθο τον γιο του
τον τύφλωσε η καλή σου;
Όποιος και να ’ταν ο φονιάς,
ποια σημασία έχει πια;

Μαζί σου εχάθη η άνοιξη
και το χαμόγελο έσβησε 
στα χείλη της Κυθέρειας.

Να σε προλάβει έτρεξε,
λίγο πριν ξεψυχήσεις,
δίχως να βάλει πέδιλα
στα απαλά της πόδια.
Τα πλήγωσαν τα πόδια της
τ’ αγκάθια από τα ρόδα.
Τα ρόδα τα ολόλευκα
βαφτήκανε με αίμα
κι έγιναν κατακόκκινα,
ίδια με παπαρούνες.

Τον πόνο δεν λογάριασε
η δύσμοιρη η Κύπρις.
Συνέχισε το τρέξιμο
με πόδια ματωμένα,
να σε προλάβει ζωντανό,
να σε γλυκοφιλήσει.
Μα εσύ ’χες ξεψυχήσει.

Το σώμα σου το άψυχο 
το γέμισε με δάκρυα 
που γίναν’ ανεμώνες.


Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου 
Από την ανέκδοτη συλλογή «Μυθολογία, Μούσα μου»

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Σε ένα νησί


Τοίχοι επίπεδοι, μα τόσο σαθροί.
Πόρτες σθεναρά κλεισμένες,
σφραγισμένες με λουκέτα ατσάλινα.

Σφηνωμένα καρφιά οι σκέψεις
με οδηγούν στο άπειρο,
χωρίς ελπίδας αυταπάτες.
Γέρνουν, κινούνται, στρέφονται
απειλητικά θωρούν και αιώνια.
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
οι τοίχοι οι επίπεδοι, μα τόσο σαθροί.

***

Κεριά αναμμένα , μα τόσο ισχνά
συνθλίβουν ψυχές ματωμένες,
σφραγισμένες με λουκέτα ατσάλινα.

Καρφωμένα  βέλη οι θρήνοι,
γεννούν  σταγόνες φωτιάς
και οι σκιές κατακλύζουν τα μάτια
Κενά παραμένουν τα όνειρα
Φρικαλέα δείγματα χάους
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
τα κεριά τα αναμμένα , μα τόσο ισχνά.

***

Καπνοί αρειμάνιοι ,  μα τόσο θολοί
με ρίμα  φωνές σε λήθαργο,
σφραγισμένες με λουκέτα ατσάλινα.
                   
Έρημοι μένουν οι ώμοι, γερμένοι
Στόματα πίκρες, δίχως συγνώμες
Σημάδια απούσας κραυγής
Θέλουν να σμίξουν με χείλη ξένα
Μα γέλια σαρδόνια σφάλουν,
 Θέλουν να μ’ αφανίσουν
Οι καπνοί οι αρειμάνιοι ,  μα τόσο θολοί

***

Γυναίκα αιώνια, μα τόσο ζοφερή,
ερέβους σκιά κι απείκασμα,
σφραγισμένη με λουκέτα ατσάλινα.

Φυλακισμένη
σε τοίχους επίπεδους, μα τόσο σαθρούς
Σκιασμένη
από κεριά αναμμένα , μα τόσο ισχνά
Θαμμένη
με καπνούς αρειμάνιους ,  μα τόσο θολούς
Η γυναίκα η αιώνια, μα τόσο ζοφερή

***

Θέλουν να μ’ αφανίσουν
οι τοίχοι οι επίπεδοι, μα τόσο σαθροί.
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
τα κεριά τα αναμμένα , μα τόσο ισχνά.
Θέλουν να μ’ αφανίσουν
Οι καπνοί οι αρειμάνιοι ,  μα τόσο θολοί

Μοναδικός δραπέτης το όνειρο…
Εκεί… να  περπατώ κι ένα χέρι να πιαστώ…
Εκεί… να  περπατώ και  μια ψυχή να τυλιχτώ…
Εκεί… εκεί…

…σε ένα νησί.

Δημιουργός: MIPS



               












Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Μπορώ με μια αγκαλιά




















Μπορώ με μια αγκαλιά να σε κάνω

να νιώθεις το χαμόγελό σου;
Να σε κάνω να πετάς πάνω από τα κύματα;
Μπορώ μ' ένα χάδι να πάρω την μοναξιά σου
στα χέρια μου και να την λατρέψω;
Με μια λέξη να διώξω τα σκοτάδια σου;
Μπορώ μ' ένα τραγούδι να σε ταξιδέψω;
Να πιω τα δάκρυά σου, μέχρι να στερέψουν;
Μπορώ με μια σκέψη
να ξεριζώσω όλα τα αγκάθια από το μυαλό σου
και να κάνω να φυτρώσουν όμορφα λουλούδια;
Με μια ματιά μου να βγαίνει το ουράνιο τόξο;
Μπορώ με λίγη τρυφερότητα να διώξω την κούρασή σου;
Με μια ανάσα να γεμίσω το κενό σου με την αγάπη μου;
Μπορώ μ' ένα φιλί να σου πάρω τον πόνο;
Να είμαι κοντά σου;
Δημιουργός : MIPS